
Ο περιορισμός της ζάχαρης στα πλαίσια μιας ισορροπημένης διατροφής ή μιας προσπάθειας απώλειας βάρους δεν είναι μια οδηγία που ακούμε πρώτη φορά. Αντίθετα, η ζάχαρη έχει βρεθεί στο
στόχαστρο κατά καιρούς για την επίδρασή της σε μια σειρά παθήσεων, έχει συνδεθεί με αύξηση του βάρους ενώ έχει κατηγορηθεί επίσης ότι το μοτίβο κατανάλωσής της μπορεί να προσομοιάζει σε εθισμό.
Ωστόσο, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι όλα τα σάκχαρα δεν είναι ίδια μεταξύ τους, δηλαδή δεν έχουν την ίδια (απ) αξία. Κάποια λειτουργούν ως αναπόσπαστο μέρος φυσικών, θρεπτικών τροφίμων ενώ άλλα προστίθενται τεχνητά στα τρόφιμα για να ενισχύσουν τη γεύση τους, και όχι απαραίτητα αποκλειστικά σε γλυκά προϊόντα όπως θα είκαζε κανείς…
Σε ποια κατηγορία όπως εμπίπτουν τα σάκχαρα του γάλατος;
Μα φυσικά στην πρώτη, καθώς η ‘ζάχαρη’ στο ζωικό γάλα απαντάται φυσικά σε αυτό και δεν είναι άλλη από τον δισακχαρίτη λακτόζη. Η λακτόζη λοιπόν, στην πραγματικότητα είναι υδατάνθρακας και άρα αποτελεί την πιο άμεση πηγή που διασπά ο οργανισμός μας για να προμηθευτεί ενέργεια ανάμεσα στα τρία μακροθρεπτικά στοιχεία (τα άλλα δύο είναι η πρωτεΐνη και το λίπος).
Ανάλογα τη μάρκα του γάλακτος και κυρίως το αν είναι πλήρες ή χαμηλό σε λιπαρά, υπάρχει μικρή διαφοροποίηση στο περιεχόμενό του σε σάκχαρα (δηλαδή λακτόζη), με τη σύνηθη περιεκτικότητά του να κυμαίνεται στα 9-10 γραμμάρια λακτόζης σε μία μερίδα 200 γραμμαρίων προϊόντος. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η λακτόζη δεν ανήκει στην κατηγορία των πρόσθετων ή ελεύθερων σακχάρων που σύμφωνα με τις διεθνείς συστάσεις είναι καλό να περιορίζουμε κάτω από το 10% της ημερήσιας ενεργειακής μας πρόσληψης.
Εκεί που πρέπει να δώσουμε λίγο παραπάνω προσοχή είναι στα ροφήματα γάλακτος με γεύση (όπως και στα επιδόρπια γιαουρτιού). Στα προϊόντα αυτά είναι πιθανό να έχει προστεθεί επιπλέον ζάχαρη από τον κατασκευαστή τους, συχνά και αρκετά μεγάλη ποσότητα και καλό θα ήταν να ανατρέχουμε στη λίστα με τα συστατικά του εκάστοτε προϊόντος ή στον πίνακα των διατροφικών πληροφοριών για να το αποσαφηνίζουμε. Αν έχουμε κατά νου ότι ανά 100 mL γάλακτος περίπου τα 5-6 γραμμάρια από τα αναγραφόμενα σάκχαρα είναι λακτόζη, μπορούμε να υπολογίζουμε κάθε φορά την πρόσθετη ζάχαρη του προϊόντος. Στη λίστα συστατικών επίσης θα αναφέρεται η προσθήκη ζάχαρης αναγράφοντας συστατικά όπως η σουκρόζη, η μαννιτόλη, το σιρόπι γλυκόζης, η μαλτόζη, η δεξτρόζη, το μέλι, η μελάσα ή/και το σιρόπι καλαμποκιού. Μπορούν βέβαια, και αυτά τα τρόφιμα να έχουν μια θέση στη διατροφή μας με μέτρο στα πλαίσια μιας ισορροπημένης διατροφής καθώς ας μην ξεχνάμε ότι διατηρούν τα πολλά διατροφικά οφέλη της ομάδας των γαλακτοκομικών (καλή πηγή πρωτείνης, ασβεστίου, κάποιων βιταμινών και φωσφόρου), απλά έρχονται ‘’πακέτο’’ με υψηλότερο θερμιδικό περιεχόμενο λόγω της προσθήκης ζάχαρης.
Τι συμβαίνει με το τυρί;
Το τυρί τείνει να έχει ελάχιστη έως και καθόλου λακτόζη καθώς αυτή συχνά αφαιρείται κατά την επεξεργασία. Αυτό ισχύει κυρίως για τα σκληρά τυριά, και αυτός είναι και ο λόγος που πολλά άτομα
με δυσανεξία στη λακτόζη ανέχονται στην πραγματικότητα να καταναλώνουν τυριά όπως το τσένταρ. Τα μαλακά τυριά από την άλλη, διατηρούν ένα ποσοστό λακτόζης κατά την επεξεργασία, που πάλι όπως και με το γάλα ανήκει στα φυσικά σάκχαρα.
Συνεπώς, δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποφεύγουμε τη λακτόζη στα γαλακτοκομικά προϊόντα αν δεν αντιμετωπίζουμε κάποιο πρόβλημα δυσανεξίας, παρά μόνο χρειάζεται μια μικρή προσοχή στα ροφήματα γάλακτος και τα επιδόρπια γιαουρτιού.
Γράφει η επιστημονική ομάδα του www.lyb.gr



